11/2/15

Η σεξουαλικότητα και η αμφιθυμία του εφήβου



Όταν το παιδί εισέρχεται στην εφηβεία, η σεξουαλική του ανάπτυξη και η διαφοροποίηση των δύο φύλων είναι επαρκώς διαμορφωμένες και στο μεγαλύτερό τους μέρος αμετάκλητες. Οι αλλαγές στην εφηβεία, ξεκινώντας από την ωρίμανση των γεννητικών αδένων και της γενετήσιας λειτουργίας, είναι πολλές και έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη συμπεριφορά του. Το κορίτσι στην εφηβεία έχει την πρώτη έμμηνο ρύση και το αγόρι την πρώτη εκσπερμάτωση. 

Στο κορίτσι η διαδικασία της σεξουαλικής ωριμότητας αρχίζει δύο χρόνια περίπου νωρίτερα από τα αγόρια. Τότε παρατηρούμε διαφοροποίηση στη συμπεριφορά του, όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε μεταβατικό στάδιο. Ο τρόπος που θα διαχειριστεί το στάδιο αυτό εξαρτάται από τις προηγούμενες εμπειρίες του, από τις σχέσεις που έχει εσωτερικεύσει με τα αντικείμενα αγάπης και από τις επιρροές του άμεσου περιβάλλοντός του. 

Τα κορίτσια που ωριμάζουν πρώιμα, σε ηλικία 9 έως 10 ετών, παρουσιάζουν δυσκολίες στη συμπεριφορά τους (γκρίνια, εκρηκτικότητα και μειωμένη κοινωνικότητα) γιατί βιώνουν την βιολογική ωριμότητα η οποία έρχεται σε αντίθεση με το ψυχολογικό και συναισθηματικό στάδιο στο οποίο βρίσκονται. Έτσι η έφηβη αισθάνεται εκτεθειμένη στις πολλές εσωτερικές πιέσεις και κοινωνικές προκλήσεις. Την περίοδο αυτή τα κορίτσια προσπαθούν να «γοητεύσουν» τον πατέρα τους ώστε να αποκτήσουν έναν σύμμαχο. Η σχέση με τη μητέρα τους χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία στο συναίσθημα και αντίδραση στη συμπεριφορά τους. Ωριμάζοντας αποκαθίστανται σταδιακά οι σχέσεις τους.


Στα αγόρια η πρώτη εκσπερμάτωση στην πλειοψηφία τους συμβαίνει περίπου μετά το 12ο έτος. Οι πρώτες τους επαφές με το άλλο φύλο χαρακτηρίζονται συνήθως από αδεξιότητα και αμηχανία. Το έφηβο αγόρι προσπαθεί να εκφράσει την επιθυμία του για ανεξαρτησία εκφράζοντας το θυμό του αρχικά προς τη μητέρα του. Σταδιακά τα συναισθήματα αυτά του θυμού μεταλλάσσονται, προς αυτήν και προς όλα τα κορίτσια, σε τρυφερότητα, ευγένεια και ιπποτισμό.

Η σεξουαλικότητα στην εφηβεία επηρεάζει τα δύο φύλα με διαφορετικό τρόπο και εκφράζεται σε πολύ μεγαλύτερη έκταση στα αγόρια παρά στα κορίτσια. Στα κορίτσια η σεξουαλική ορμή μοιάζει να είναι κάτι περισσότερο διάχυτο και ασαφές, τουλάχιστον στην αρχή της εφηβείας και μπορεί να πάρει μία ιδεαλιστική ή ρομαντική διάσταση. Στα αγόρια αυτό παρατηρείται πιο σπάνια. Οι στάσεις των κοριτσιών απέναντι στη σεξουαλική δραστηριότητα επηρεάζονται αναμφισβήτητα από το γεγονός ότι η κοινωνία επιβάλλει περισσότερους περιορισμούς και εκφράζει αυστηρότερες κρίσεις για τα σεξουαλικά πρότυπα και ήθη των γυναικών απ’ ότι των ανδρών.


Οι γονείς δυσκολεύονται να προβλέψουν πώς θα συμπεριφερθεί το παιδί τους. Έτσι, το καλύτερο που μπορούν να κάνουν, ακόμη κι αν οι προσπάθειές τους δεν είναι ευπρόσδεκτες, είναι να προσπαθήσουν να διευκολύνουν τον έφηβο να ξεκαθαρίσει τη σύγχυση και την αμφιθυμία του, δείχνοντάς του περισσότερο κατανόηση, αγάπη και στοργή απ’ ότι στις προηγούμενες φάσεις της ανάπτυξής του.

Οι γονείς είναι πολύ πιθανό να είναι οι τελευταίοι άνθρωποι με τους οποίους θα συζητούσαν οι έφηβοι τα σεξουαλικά τους προβλήματα, γιατί τόσο οι γονείς όσο και οι έφηβοι έχουν κάποιες αναστολές και ενδοιασμούς. Είναι σημαντικό να ενημερώσουν τα παιδιά τους για πιθανά σεξουαλικά προβλήματα (πιθανή εγκυμοσύνη, αρρώστια, αντισύλληψη), όπως ενημερώνουν για την εκπαίδευση, τη συμπεριφορά τους, για θέματα κοινωνικά και οικογενειακά. Συνήθως οι γονείς που έχουν αναπτύξει έναν ικανοποιητικό κώδικα επικοινωνίας με τα παιδιά τους μέχρι την εφηβεία, δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα ως προς την ενημέρωση και τη συναισθηματική προσέγγισή τους. Η στάση που θα κρατήσουν τα παιδιά απέναντι στις σεξουαλικές σχέσεις εξαρτάται από την σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και καθοδήγηση που έχουν λάβει  στην παιδική τους ηλικία.

Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση στα σχολεία και η ανεπίσημη ενημέρωση από ιατρικά βιβλία, κινηματογράφο, τηλεόραση και «περιοδικά του σεξ» δεν απαλλάσσει τους έφηβους από τις σεξουαλικές τους θεωρίες που είναι βασισμένες στις προσωπικές τους φαντασιώσεις. Χρειάζονται χρόνο και χώρο για πειραματισμούς προκειμένου να φτάσουν στην τελική διαμόρφωση της σεξουαλικής τους ταυτότητας.

Είναι απαραίτητο να υπάρξει από τους γονείς
  • Κατανόηση των βιολογικών και ανατομικών στοιχείων που αποτελούν τη βάση της σεξουαλικής δραστηριότητας.
  • Συνειδητοποίηση ότι οι υπεύθυνες σεξουαλικές σχέσεις καθορίζονται και διαμορφώνονται από ψυχολογικούς, συναισθηματικούς, κοινωνικούς και ηθικούς παράγοντες.
  • Ενημέρωση για περιορισμό των φόβων και παρανοήσεων του παιδιού σχετικά με τις αλλαγές της ήβης και τη σεξουαλική δραστηριότητα.
  • Θετική και απενοχοποιημένη στάση απέναντι στο σεξ.
  • Πληροφόρηση γύρω από τους κινδύνους των αφροδίσιων νοσημάτων.
  • Συζήτηση γύρω από τον κίνδυνο μίας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης και τους τρόπους αντισύλληψης (είδη αντισύλληψης).
  • Ενημέρωση γύρω από την ομοφυλοφιλία με όσο το δυνατόν λιγότερη συναισθηματική φόρτιση και κριτική στάση.
  • Πληροφόρηση και κατανόηση της αναγκαιότητας της ατομικής υγιεινής.


Διονυσία Μακρυνόρη
Ψυχολόγος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου